πιλνόν

πιλνόν
Α
(κατά τον Ησύχ.) «φαιόν, Κύπριοι».
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. πελιδνός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Arcadocypriot Greek — Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • πελιδνός — ή, ό / πελιδνός, ή, όν, αττ. τ. πελιτνός, ή, όν, ΝΜΑ (ιδίως για το χρώμα τού δέρματος) μαυροκίτρινος, ωχρός («χρὼς ψυχρὸς καὶ πελιδνὸς ἐγένετο», Διόδ.) νεοελλ. συνεκδ. καταφοβισμένος, κίτρινος από τον φόβο του. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. πελιδνός / πελιτνός …   Dictionary of Greek

  • pel-6 —     pel 6     English meaning: grey; pale     Deutsche Übersetzung: in Ausdrũcken for unscharfe Farben as “grau, fahl”, also ‘scheckig”     Material: O.Ind. palitá , fem. páliknī (from * tnī) “altersgrau, greis” (: πελιτνός), paruṣá “fleckig” …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”